Κυριακή, 15 Ιανουαρίου 2017

ΤΟΥΜΠΟΥΡΟΣ


Με τη Τζουμερκιώτικη λαλιά. Χάθηκε η Ειρήνη, μαράθηκαν οι ευχές

Με τη Τζουμερκιώτικη λαλιά. Χάθηκε η Ειρήνη, μαράθηκαν οι ευχές

Όλοι τη θέλουμε κι όλοι την αποδιώχνουμε... Λόγια άλλο τίποτε. Αξίες και δικαιώματα, ιδανικά και πρότυπα, Ειρήνη και Αδελφοσύνη, Ισότητα και Ευημερία. Κατά Τζουμέρκα μεριά «αμούρες κατσαρές και γκόρτσα τραπέτσ’». Καλή Χρονιά, Ειρηνικό το 2017.
Κι όλοι, μα όλοι, ομνύουν στο όνομά της. Νέοι, γέροι, μικροί, μεγάλοι, πλούσιοι και φτωχοί, συγγενείς τε και φίλοι, ξένοι και γηγενείς, απόλιδες, ανέστιοι και «καθαρόαιμοι», απαξάπαντες και σ’ όλη την οικουμένη, χαιρέτησαν, χαιρετήθηκαν και θα αλληλοχαιρετιούνται για κάνα δυο μήνες, ευχήθηκαν και θα ήλπισαν... Κι όλοι κατέληξαν... «Η ειρήνη να βασιλεύσει στην υφήλιο». Και τα μικρά παιδάκια, γεμάτα παιδική αφέλεια και αθωότητα, ρώτησαν: Και γιατί δεν βασιλεύει η ειρήνη, αφού είναι στο χέρι του ανθρώπου;
Την Ειρήνη όλοι την αποζητούν. Και η Ειρήνη αποκρίνεται: Εγώ είμαι, εγώ είμαι που χτυπάω την πόρτα σας./Εδώ ή αλλού, χτυπάω όλες τις πόρτες/ ω, μην τρομάζετε καθόλου που είμαι αθώρητη/ κανένας μια μικρή νεκρή δεν μπορεί να δει./ Εγώ είμαι που χτυπάω την πόρτα σας, ακούστε με,/ φιλέψτε με μονάχα την υπογραφή σας/ έτσι που τα παιδάκια πια να μη σκοτώνονται/και να μπορούν να τρώνε καραμέλες. Ναζίμ Χικμέτ
Αλλά... Και φέτος δεν θα «έλθει» η ειρήνη. Και κάπου στο Αιγαίο, στη Μεσόγειο γενικά, θα εκβραστούν πτώματα μικρών παιδιών, μεγάλων ανδρών και γυναικών, πνιγμένοι μαζί με την ελπίδα για ένα καλύτερο μέλλον και μια ανθρωπινότερη ζωή. Ουκρανία και Συρία, Πακιστάν και Ουζμπεκιστάν...
Και φέτος θα ποδοπατηθεί και θα κατακρεουργηθεί η Ειρήνη. Αυτό που γίνεται κάθε χρόνο. «Αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος/ δεν θα πάψεις ούτε στιγμή ν’ αγωνίζεσαι για την ειρήνη και/για το δίκαιο» (Τάσος Λειβαδίτης).
Ποιος αγώνας και ποια αγωνία. Χάθηκε αυτός ο οδοιπόρος. Τον μπέρδεψαν τα συμφέροντα... Κι ούτε τους ακούνε... όσο κι αν φωνάζουν... «άνθρωποι απλοί σαν τα δέντρα μπροστά στον ήλιο/άνθρωποι που δεν έχουμε άλλο κρίμα στο λαιμό μας/ εξόν μονάχα που αγαπάμε όπως εσύ/ τη λευτεριά και την ειρήνη».
Μα, ο άνθρωπος, το είδος αυτό έχει χαθεί προ πολλού. «Θηλάζουμε από την άρρωστη καθημερινότητα/ ζωή τσαλακωμένη/ βρομοτράπουλα κι ο κόσμος ξεροτράχαλο» Ν. Καρούζος.
«Μπροστά μας έχουμε σφαγές, έχουμε θανάτους/ πέσαμε σε κακούς καιρούς και μέρες οργισμένες/ τρικυμισμένο μας αρπάει το χωματένιο πέλαγος» Β. Λεοντάρης.
Δεν ανθίζει κανένα «θείο γέλιο» στα χείλη των παιδιών. Μαράθηκε η ελπίδα κι απόσωσε το όνειρο. «Στο μεταξύ όλο επαναλαμβάνουμε σχεδόν μηχανικά λέξεις/ Ελευθερία, Ανθρωπότητα, Αδελφότητα, Επανάσταση/ που πια κοντεύουνε να καταντήσουν/ σαν αποτσίγαρα πεταμένα μετά την όποια γενετήσια/ πράξη» Τίτος Πατρίκιος.
Και η σιωπή που κάνει τον κόσμο πιο μεγάλο, πιο τρανό, και πιο μακρινό. Πόσο μακριά είναι το Ιράκ, η Συρία, η Ουκρανία και το Αφγανιστάν; Όσο το ορίζουν οι δυνατοί. Δεν μετριέται η απόσταση με χιλιόμετρα. Μετριέται με συμφέροντα. Κι όλα αυτά μεταφράζονται σε πετρέλαια, σε εργασία, σε εκμετάλλευση... Όχι, όχι. Κάπου χάθηκε στο δρόμο ο Άι Βασίλης. Κάπου εμποδίστηκε. Κάπου, εμείς μπερδέψαμε το νόημα της ειρήνης και της ανθρωπιάς. «Ειρήνη είναι όταν τ’ ανθρώπου η ψυχή/ γίνεται έξω στο σύμπαν ήλιος. Κι ο ήλιος/ψυχή μες στον άνθρωπο» Νικηφόρος Βρεττάκος.
Ποιος ήλιος... Εχάθη... «...και ο ήλιος,/ που συντηρεί του κόσμου την ελπίδα,/ δίχως να βγαίνει ρίχνει κάπου - κάπου/ το φως του σαν αριές χιονονιφάδες/ απάνω από τη θάλασσα...». Ούτε βγαίνει ούτε αχνοακτινοβολεί πουθενά. «Χώρες του ήλιου και δεν μπορείτε να αντικρύσετε τον ήλιο/ Χώρες του ανθρώπου και δεν μπορείτε να αντικρύσετε τον άνθρωπο» Γ. Σεφέρης.
Τις εμποδίζουν τα κανόνια και οι πύραυλοι που μόνο το συμφέρον των δυνατών φωτίζουν. Αλλιώς ξερνούν φωτιά, θάνατο και συντέλεια... Και τη συντέλεια του κόσμου κανείς προφήτης δεν προφητεύει... Έχει προ πολλού συντελεστεί ή αποδομηθεί η ανθρωπιά και η δικαιοσύνη. Φτύνουν τα φαρμάκια της ψευτιάς και της ψεύτικης ύπαρξής τους που υπολογίζεται μόνο σε ευρώ και δολάρια. Και μόνο εκεί κατά Μεσόγειο μεριά ακούγεται μόνιμα, διαχρονικά, τραγικά και απόλυτα το τραγούδι του Ασημάκη Πανσέληνου. «Η παρακαταθήκη του πατέρα».
«Παιδί μου, αυτές τις μέρες που γεννήθηκες,/ κόλαση η ανθρωπότητα είναι κρύα,/ λιωμένο ατσάλι βρέχει στον πλανήτη μας/ κι οι άνθρωποι ντροπιάζουν τα θηρία./ Έτσι μπορεί μια μέρα κι ο πατέρας σου/ πριν σε χαρεί και πριν τον αγαπήσεις,/ μ’ έν’ αναμμένο βόλι μες στα στήθια του/ να μη σου μείνει ουδέ στις αναμνήσεις».
Μα κι αυτή τη φωνή τη σκεπάζει η ψευτιά των παραίτιων... Θα «κλάψουν» και θα μοιρολογήσουν, θα καταραστούν και θα «απειλήσουν», θα τάξουν ειρήνη και θα «ταχθούν» στην υπηρεσία της «αβλαβούς διέλευσης των μεταναστών» και της ολικής καταγραφής τους. Ποιος, πότε και γιατί βομβαρδίζει τη χώρα τους, ανελέητα, απάνθρωπα κι ασταμάτητα, δεν θα τον πούμε ποτέ, γιατί είναι «σύμμαχος», προστάτης και δυνάστης - αιματοπότης.
Τουλάχιστον, άγιες ημέρες, ας καταλάβουμε τα λόγια των πνιγμένων παιδιών Σύριων, Μαροκινών, Αφγανών... ανθρώπων. Αυτά περίπου θα έλεγαν, αν τους αφήναμε να ζήσουν: «Χιλιάδες χιλιόμετρα περπάτησα χωρίς ψωμί, χωρίς νερό πάνω σε πέτρες κι αγκάθια/ για να σας φέρω ψωμί και νερό και τριαντάφυλλα». Τα παιδιά είναι μέσα μας/ κι ο κόσμος μέσα μας/ κι ο ήλιος μέσα μας. Αρκεί να το καταλάβουμε...