Κυριακή, 1 Απριλίου 2018

ΚΑΚΟΥΛΙΔΗΣ

Το όνομά μου είναι Κανένας
Είμαι Σύρος πρόσφυγας. Δεν έχω οικογένεια. Χάθηκε στους βομβαρδισμούς. Πέρασα τα σύνορα χωρίς να καταλάβω πώς. Από την άλλη πλευρά μάς περίμενε μια καινούργια ωμότητα. Γύρω μας, μόνο συρματοπλέγματα. Μας έβαλαν σε μια σειρά και μας χτυπούσαν για να καταλάβουμε πού ακριβώς βρισκόμαστε και πώς οφείλαμε από δω και στο εξής να υπακούμε και να εκτελούμε διαταγές. Ζούσα την ίδια φρίκη όπως και στην εμπόλεμη Συρία. Κάποια στιγμή εμφανίστηκαν τρεις Τούρκοι που φώναζαν Μπόντρουμ.
Μας ρώτησαν στη γλώσσα μας αν κάποιοι από εμάς ήθελαν να πάνε μέχρι το Μπόντρουμ. Τους δώσαμε τα λεφτά μιας ζωής. Οσα κουβαλούσαμε πάνω μας. Στο Μπόντρουμ δεν φτάσαμε ποτέ. Μας πήγαν σε ένα ψαροχώρι. Υπήρχε μόνο ένα μικρό μαγαζί που πουλούσε φέτες ψωμιού. Ηταν κι άλλοι εκεί, που κοιμόνταν στο χώμα, βρώμικοι, εξαθλιωμένοι. Σε μια άκρη υπήρχε ένα μικρό φορτηγό γεμάτο σκουπίδια, μύριζαν, οι μύγες κολλούσαν πάνω μας, και προσπαθούσαμε με μαντίλια να προστατευτούμε από τις αναθυμιάσεις. Μας έδωσαν λιγοστό νερό. Δεν άργησαν και οι διάρροιες. Οι Τούρκοι φύλακες μας οδήγησαν, γαβγίζοντας, στην άκρη του μοναδικού δρόμου, σε ένα ερειπωμένο εργοστάσιο. Βρεθήκαμε σε έναν απέραντο χώρο γεμάτο περιττώματα και κάτουρα. Η ανάγκη μάς οδήγησε να ανακουφιστούμε όπως μπορούσαμε. Χωρίς καμία προφύλαξη, χωρίστηκαν οι γυναίκες από τους άντρες και αφοδεύαμε οι μεν απέναντι από τους δε. Ολοι μαζί, εκεί, μέσα στη βρωμιά. Στο υπόλοιπο της ζωής μου, που εύχομαι να είναι σύντομη, αυτή η εικόνα έβαλε τέλος σε ό,τι καλύτερο είχα μέσα μου. Δεν ήξερα πια τι να κάνω. Με έναν φυσικό τρόπο η γλώσσα μου δέθηκε, η ομιλία μου σταμάτησε, και τότε άρχισε μέσα μου η μόνη και μόνιμη συνομιλία.
Δεν θυμάμαι πώς έφτασα στην Ελλάδα. Θυμάμαι όμως το αυτοκίνητο που με μετέφερε σε ένα μεγάλο νοσοκομείο. Βγαίνω μια φορά τη μέρα στην αυλή, πάντα με συνοδεία. Είμαι Σύρος πρόσφυγας και το όνομά μου είναι Κανένας.

Του
Γιώργου ΚΑΚΟΥΛΙΔΗ
ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ 1-4-2018