Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΤΖΟΥΜΕΡΚΙΩΤΙΚΗ ΛΑΛΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΤΖΟΥΜΕΡΚΙΩΤΙΚΗ ΛΑΛΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 26 Δεκεμβρίου 2016

ΤΟΥΜΠΟΡΟΣ

Η γενιά του περίμενε σας εύχεται ΚΑΛΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ



Γράφει ο Κίτσος ο Αθαμάνας

Και η σκέψη μας συνεχήςˑ
αδιάκοπα και ασταμάτητα

κινάει το δέντρο της καρδιάς,

ξυπνάει του πόθου τα οράματα

και παίρνει δρόμο για την Άγναντα
Άγιες ημέρες έρχονται! Χριστούγεννα, Πρωτοχρονιά και Φώτα. Γιορτές που μας σημαδεύουν τη μνήμη. Κι όσο κι αν θέλουμε να τα ξεχνάμε, δεν μπορούμε. Η σύγκριση ΤΟΤΕ και ΤΩΡΑ αναπόφευκτη.
Ήμασταν, εκεί στα Τζουμέρκα η γενιά του περίμενε! Περίμενε και «Μούγκα στη στρούγκα». Εμείς, τα παιδιά, επαναλαμβάνω, του …περίμενε!

Αναμονή. Παραμονές Χριστουγέννων να πάρουμε παπ’τσάκια και καμιά κάλτσα, τι μας είχαν φάει τα τσιουρέπια. Τσίμπαγαν τα άτιμα, λες και είχαν αγκίδες ελατίσιες. Και ‘κει που πηγαίναμε να φορέσουμε, να δοκιμάσουμε κρυφά τις κάλτσες, άκουγες τη φωνή της μάνας:

Άσ’ τ’ν κάλτσα, και πήγαινε να γρουδιάσεις μέσα. Θα τις βάλεις ανήμερα του Χ’στού να πας στην εκκλησία. Πώς θα σε ποδέσω τότε; Με τα δάχτ’λα όξω θα πας;

Και περιμέναμε…

Τα Χριστούγενα! , μπας και πάρουμε κανένα βρακί, τι είχαμε βγάλει εκζέματα από εκείνες τις μπακούλες της Ούντρα. Είχαν πάνω τη στάμπα τους. Ούντρα αντί για Victoria's Secret

Κι αφού έφτανε η άγια μέρα των Χριστουγέννων εκεί να δει κανείς το δράμα. Με τι χαρά τρώγαμε τα κοψίδια. 





«Θα πνιγείς μωρέ διάολε, θα σ’ κάτσ’ στον καρδυλάγγο»
Στον καρδυλάγγο δεν μας κάθονταν. Άλλο χ’νέρ’ παθαίναμαν. Όταν τα τρώγαμε -μας είχε σκίσει η νηστεία της Σαρακοστής- «παθαίναμαν» τέτοιο τσιρλοκοπιό, που με το συμπάθιο μας ερχόταν να «χέ....ε όλο το χωριό». Δεν ξέραμε τότε τι θα πει γαστρεντερίτιδα.


Ήταν μέρες Χριστουγέννων που έκανα το περίφημο ταξίδι Άγναντα – Άρτα και τανάπαλιν. Ώρες ατέλειωτες μέσα σε εκείνα τα σαραβαλάκια. Γίδες, κατσίκες, πρατίνες και … επιβάτες, όλοι μαζί παστωμένοι. Ξεχάσαμε και τα ονόματά μας... Κοπελή, Νυφούλα, Κανούτα… Κι όταν φτάσαμε στον προορισμό μας Άρτα ή Άγναντα, άπαντες είχαμε μια όψη αλλαγμένη… Προβατοειδή!!!


Κι ερχόταν η Πρωτοχρονιά. Αχ, και πώς την περιμέναμε, να κονομήσουμε κανένα χαρτζιλίκι, όσο δυο χωνιά στραγάλια. Γι’ αυτό είχαμε φάει και τα δόντια. Και σε κείνα τα Κάλαντα δεν είχαμε αφήσει σπίτι για σπίτι, μαχαλά για μαχαλά, ώσπου αποκαρώναμε αργά το απόγευμα και απογοητευόμασταν σχεδόν καθολικά, μετρώντας τα κόπια μας που δεν έφταναν ούτε για δυο σοκολάτες. Ήμασταν ικανοί να βγούμε με το βρακί στο παζάρ’ για να δείξουμε ότι έχουμε καινούριο από ατόφιο ύφασμα και όχι από τις μπακούλες με το αλεύρι της Ούντρα. 


Και τώρα που μεγαλώσαμε τις γιορτές γιορτάζουμε την εξέλιξη, την τεχνολογία και την «ποιότητα ζωής», που καθορίζουν το νέφος, η ανασφάλεια και ο άνισος και βάρβαρος -εν πολλοίς- αγώνας για τον επιούσιο που τον καθορίζουν τα μνημόνια και τα επιβάλλουν οι «Σωτήρες» μας. 


Τι εξέλιξη Θεέ μου! Δώρα ανταλλάσσουμε στις γιορτές. Τι δώρα… Η ψυχοπάθεια σε συσκευασία δώρου. Τα δώρα θέλουν συναίσθημα. Εμείς, πλέον, ούτε αίσθημα μήτε συναίσθημα έχουμε. «Κι οι άνθρωποι στριμωχτήκανε φαμίλιες και φαμίλιες μέσα σε τούτα τα κουτιά, κοντά κοντά, πλάι πλάι, κι ούτε γνωρίζονται κι ούτε βλέπονται ούτε χαιρετιούνται, κι αντίς για δέντρα έχουν κεραίες τηλεοράσεων». Βοήθειά μας. 

ΚΑΛΕΣ ΓΙΟΡΤΕΣ

romiazirou.blogspot.gr

Κυριακή 4 Δεκεμβρίου 2016

ΤΟΥΜΠΟΥΡΟΣ

Η θεατρική παράσταση "Ηπειρώτισσα Γυναίκα", του Χρίστου Τούμπουρου, παρουσιάζεται για πρώτη φορά το Σάββατο 10 Δεκεμβρίου 2016 στο Δημοτικό Θέατρο Καλλιθέας.

Γράφει ο Χρίστος Τούμπουρος

Σας περιμένω όλους. 
Φίλες και φίλοι
«Για να γνωρίσουμε τον ελληνικό εαυτό μας, πρέπει να συνειδητοποιήσουμε τα στοιχεία από τα οποία αποτελείται η ψυχοπνευματική μας προσωπικότητα. Από πού ερχόμαστε. Ποιες είναι οι ρίζες μας. Πώς φτάσαμε νά ‘μαστε εδώ που είμαστε. Ποιες είναι οι δυνάμεις μας και ποιες οι αδυναμίες μας. Τα ήθη και τα έθιμά μας. Οι γιορτές και τα πανηγύρια μας. Και πού πηγαίνουμε…»
Με λίγα λόγια πρέπει να έχουμε μνήμη. Η μνήμη, η ικανότητα αυτή του νου, να συγκρατεί γεγονότα, παραστάσεις, προηγούμενες εμπειρίες και να τα ανακαλεί με το κατάλληλο ερέθισμα. Έτσι, για να μαθαίνουν και οι νεότεροι. 
Για να γίνει όμως κάτι τέτοιο πρέπει οι μεγαλύτεροι να θυμούνται. Αυτή τη θύμηση θα ανασκαλίσουμε στην Καλλιθέα με το σεβασμό που θα αποδώσουμε στην Ηπειρώτισσα μάνα, στο αιώνιο σύμβολο ζωής, άδολης αγάπης, ανιδιοτελούς προσφοράς και θυσίας. Θεμέλιο της οικογενειακής, κοινωνικής και εθνικής συνοχής. 
Η Ηπειρώτισσα μάνα που στην πλάτη της κράτησε ατόφια ολόκληρη την Ήπειρο.
Επειδή το θέατρο είναι μικρό, καλό είναι όσοι /ες επιθυμούν να παρακολουθήσουν την θεατρική παράσταση "Ηπειρώτισσα Γυναίκα", να προμηθευτούν Προσκλήσεις.
Παραθέτω ένα διάλογο από το 1ο Επεισόδιο
Μάνα: Δε σε βλέπω καλά παιδάκι μ’. Δε σε βλέπω καλά Ρινούλα μ’. Εγώ είμαι η μάνα σ’, δε με ξεγελάς. Αλλού είν’ το μυαλό σ’. Περπατάει, πολύ περπατάει. 
Ρίνα: Ουχού, μωρ’ μάνα. Τι είν’ αυτά που λες. Μια χαρά είμαι. 
Μάνα: Δε με ξεγελάς εμένα. Αγκούσα, μεγάλ’ αγκούσα έχ’ς. Γιατί παιδί μ’;
Ρίνα: Να, το κέντημα αυτό, μάνα, είναι δύσκολο. Θέλ’ διπλή σταυροβελονιά. Χρειάζεται μεγάλ’ προσοχή. 
Μάνα: Το ξέρω, το ξέρω. Διπλή σταυροβελονιά, μεγάλ’ προσοχή, όπως με μεγάλ’ προσοχή κοίταγες και τον ομορφονιό, χτες απ’ το παράθυρο. Λες κι ‘γω κοιμόμουν. Αχ, η μάνα είναι πάντα ξύπνια. 
Ρίνα: Τι λες μάνα. Ποιον ομορφονιό. Δεν ξέρω εγώ τίποτις. Για ποιον λες; 
Μάνα: Αυτόν που έλιωσε τα παπούτσια του κάτ’- απάν’ , κάτ’ - απάν’, όξω απ’ την αυλή μας στη δημοσιά, μπας και βγει η Ρίνα μ’ να πάει με τ’ βαρέλα για νερό. 
Ρίνα: Δεν ξέρω τίποτε μάνα. 
Μάνα: Και καλά κάν’ς να μην ξέρ’ς. Μη το μάθ’ ο πατέρας σ’ , και τότε…
Ρίνα: Τότε;
Μάνα: Τότε, μωρή φουκαριάρα, θα σ’ κρεμάσ’ το τομάρ’ στ’ν σ’κιά. 
Δε γλιτών’ς με τίποτις. Θα σε σφάξ’ κακομοίρα μ’. 
Ρίνα: Γιατί εγώ, μάνα, δεν έχω λόγο; 
Μάνα: Α, πα, πα. Τι λόγο. Αυτό μας έλ’πε τώρα. Λόγο; Θα σ’ βρούμε εμείς ένα καλό παιδί, να παντρευτείς, να κάν’ς φαμπλιά. 
Ρίνα: Όχι, θα πάρω αυτόν που θέλω. 
Μάνα: Δεν θέλ’ς. Ακούς, δεν θέλ’ς. 
Ρίνα: Μάνα, τι είμαι εγώ; 
Μάνα: Ό, τι ήμουν κι εγώ. 
Ρίνα: Τι ήσουν εσύ; Δεν ήσουν άνθρωπος να θέλ’ς, να ποθείς; 
Μάνα: Α, πα, πα. Ζουρλάθ’κε το παιδί μ’. Από πού κι ως πού μωρέ φουτοκαμένο η γ’ναίκα να θέλ’ και να ποθεί; Άλλοι ήθελαν γι’ αυτήν. Αλλά, για πες μου, ποιος είν’ ο λεγάμενος; Μήπως είν’ ο Μήτρος τ’ς Θανάσαινας; 
Ρίνα: Α, πα, πα. Τι, είν’ αυτά που λες μάνα; Αυτός είναι καραφάνταλος. Σκελετός, σκέτο φάντασμα. 
Μάνα: Μήπως είν’ ο Ντίνος ο Πανωχωρίτ’ς; 
Ρίνα: Α, καλά. Αυτός είν’ ντιπ κακομάνταλος. Ε, για πέταμα μ’ έχ’ς; Άμα είν’ αυτός να μην καλοσκαιρίσω άντρα. Στο ράφ’ να μείνω. 
Μάνα: Δεν π’στεύω να είν’ εκείνος ο χαμχούιας, ο γιος του ντελάλ’;
Ρίνα: Ούι ούι μάνα μ’. Αυτός είναι νερλιασμένος, χαλδούπας. Τι να πάρω απ’ αυτόν; Πατσιάδες και κλιές φουσκωμένες. Να μ’ λείπ’. 
Μάνα: Ε, μωρέ ζαλουταραμένο, καμτσίκ’ που θέλ’ς. Νομίζεις πως θα με ξεγελάσεις. Γελιέται μωρή η μάνα. Αμ, δεν γελιέται.
Ρίνα: Αφού δεν πιστεύεις σ’ ό,τι σου λέω μάνα. 
Μάνα: Δεν πιστεύω, γιατί ξέρω.
Ρίνα: Τι ξέρ’ς μάνα; 
Μάνα: Εκείνος ο Γιώργος τ’ Αλέξ’ κάθε μέρα πηγαίν’ κάτ’ απάν’-κάτ’ απάν’ κι όλο κ’τάει κατά δω, κι όλο ξερογλείφεται. 
Ρίνα: Δεν ξέρω εγώ τίποτε μάνα. Άντρας είναι, γιατί να μην κ’τάει.
Μάνα: Ο ένας σ’ βρωμάει, ο άλλος σ’ ξινίζ’. Αυτός μόνο είναι άντρας και να κ’τάει. Ε, ρε θα μας βαρέσουν νταϊρέδες. Σε είδα στο παραθύρ’ . Σαν τ’ν γάτα που νιουρίζ’. 
Ρίνα: Εγώ μάνα, εγώ… Να, κάνω σταυρό.
Μάνα: Λέγε, δεν άκ’σα. Αυτός δεν είναι;
Ρίνα: Θα βάλ’ς τ’ν γάστρα μάνα; Σώθ’κε η φωτιά.
Μάνα: Θα γαστρίσω εσένα. Δεν θα με καν’ς σουργούν’ σ’ όλο το χωριό. 
Ρίνα: Εμένα, μάνα ένας άντρας μ’ πρέπ’ κι έναν…
Μάνα: Ποιον;
Ρίνα: Να, δεν λέω…
Μάνα: Ο Γιώργος είν’ παλληκάρ’. Λεβέντ’ς. Ψηλός, όμορφος, νταβραντισμένος, αληθινός άντρας. 
Ρίνα: Σαν να τά ‘λεγα εγώ μάνα. 
Μάνα: Μπα, δεν το βλέπω να σε θέλ’. 
Ρίνα: Πώς δεν με θέλ’ μάνα. Δεν τον βλέπ’ς. Κάτ’-απάν’, κάτ’-απάν’, κάθε μέρα. Μου τόπε στ’ν βρύσ’. Μάνα έχουμε κουβέντα. 
Μάνα: Κουβέντα; Το β’νό απ’ τ’ν πόλ’ είναι πολύ μακριά. Δεν είναι μια χαψιά τόπος. Κάτσε ήσυχα. Δεν κλώθεται έτσ’ το νήμα. Θέλ’ δ’λειά τ’ αδράχτ’ Ρηνούλα. Δ’λειά. Πολύ δ’λειά. 
Ρίνα: Μάνα, να πάω στ’ν βρύσ’ για νερό; Μπαγιάτεψε τ’ άλλο. 
Μάνα: Να κάτσεις εκεί που είσαι. Έχουμε νερό. Ο Γιώργος έφ’γε το πρωί για τ’ν πόλ’. Αύριο θάρθ’. 
Ρίνα: Αχ, μωρ’ μάνα. Όλα τα καταλαβαίν’ς.
Μάνα: Όλα τα καταλαβαίνω κι όλα πρέπει να τα καλύψω. Ανεμοδάρτ’ς η μάνα
Ρίνα: Μάνα, να πάω να δω τ’ν φωτιά;
Μάνα: Τράβα, κοίτα μην πας στ’ν βρύσ’.
Ρίνα: Γιατί, αφού ο Γιώργος δεν είν’ εδώ.
Μάνα: Γιατί έχ’ ο γάτος ένα αφτί. Άσ’ τα πονηρά. Δε λέω τόσο σούλ’ψε;

Τετάρτη 16 Νοεμβρίου 2016

ΠΟΛΥΤΕΧΝΕΙΟ

Αδικαίωτα τα οράματα της εξέγερσης του Πολυτεχνείου

Γράφει ο Χρίστος Α. Τούμπουρος
Ωραία παιδιά, με τα μεγάλα μάτια σαν εκκλησίες χωρίς στασίδια./Ωραία παιδιά, δικά μας, με τη μεγάλη θλίψη των αντρείων,/Αψήφιστοι, όρθιοι στα προπύλαια, στον πέτρινο αέρα,/Έτοιμο χέρι, έτοιμο μάτι, - πως μεγαλώνει/το μπόι, το βήμα και η παλάμη του ανθρώπου;
Γιάννης Ρίτσος - 16 και 17 Νοέμβρη 1973
Σαράντα τόσα χρόνια….
"Εδώ Πολυτεχνείο , εδώ Πολυτεχνείο. Σας μιλά ο ραδιοφωνικός σταθμός των ελεύθερων αγωνιζόμενων φοιτητών, των ελεύθερων αγωνιζόμενων Ελλήνων"...  
Το Όνειρο, το Όραμα, το Θάμα δεν πέρασε, δεν χάθηκε, δεν έσβησε…
Δεν ξεθωριάζονται τα ιδανικά και δεν απεμπολούνται οι λαϊκοί αγώνες. Όσες σειρήνες κι αν βαλθούν, όσα θεριά κι αν αμολυθούν, για να κατασπαράξουν τους λαϊκούς αγώνες, να τους αποδομήσουν στη συνείδηση του λαού, το πάλεμα, το μάτωμα για "Ψωμί - Παιδεία - Ελευθερία" πάντα θα συνταράζει την ψυχή του πολίτη, -κάθε πολίτη- με δημοκρατική αγωγή και πολιτική συνείδηση.


https://scontent-mxp1-1.xx.fbcdn.net/hphotos-xaf1/v/t1.0-0/s480x480/1456501_211061445739968_1602375439_n.jpg?oh=a48ca3bf86267af2b644ca9c4a0686b3&oe=56F6B7D8


Γιατί το Πολυτεχνείο δεν είναι απλά ένα ιστορικό γεγονός. Είναι σύμβολο. Και συμβολίζει αυτό που ακριβώς φοβούνται,  όσοι κυβερνούν τον τόπο χρόνια τώρα: Ο λαός μπορεί να οργανωθεί, να ξεφύγει  από τη μοιρολατρία, να σηκωθεί από την «ξαπλώστρα»,  να παλέψει, να επιβάλει λύσεις προς όφελός του. Όπως τότε που στάθηκε περήφανος μπροστά στα αμερικανικά τανκς της χούντας.
Συμβολίζει ακόμα την αγωνία των κρατούντων μήπως το αυθόρμητο γίνει οργανωμένο. Και τότε… «μαύρα μαντάτα ήρθανε …». Το σταμάτημα το πέτυχαν με την «πλατεία», με τις «αφύσικες ταρζανιές και τους όψιμους επαναστάτες της αρπαχτής…» Αλλά ως πότε;…

(Η Ελλάδα χωμένη στη μεγάλη νύχτα, στο σκοτάδι των Ελλήνων Χριστιανών)
"Οι αγέρηδες χάνουνε το δρόμο/ όταν αφήνουμε το δρόμο μας να χορταριάζει,/ ν' αποκοιμιέται στο πλευρό των χωραφιών". Τίτος Πατρίκιος
Και κάτι παραπάνω. Το Πολυτεχνείο συνιστά μέγιστη στιγμή αντίστασης του λαϊκού κινήματος. Επομένως όσοι απόδιωξαν τα ιδανικά του αγώνα αυτού, συμβιβάστηκαν και υποτάχτηκαν στο σύστημα δεν μπορούν να παρασύρουν στο βούρκο τους τις μεγάλες αυτές στιγμές της αντίστασης του λαϊκού κινήματος.   


(Τα παιδιά περιμένουν τον ήλιο, πιστεύουν στον ήλιο, λατρεύουν τον ήλιο)
Τα παιδιά του Πολυτεχνείου είχαν όραμα. Όχι, δεν ήταν παρατρεχάμενοι, κολαούζοι, «σπάκια» και υποπόδια.  Δεν κουβάλησαν βαλίτσες με «τούβλα» - χορηγίες ξεπουλήματος και βιασμού κάθε ίχνους συνείδησης και δημοκρατικής αγωγής.
Είχαν λόγο και ντομπροσύνη. Δεν ήταν οι βεντούζες και οι θαμώνες των κομματικών γραφείων και της κομματικής καμαρίλας. Δεν έταζαν, δεν κορόιδεψαν, δεν πούλησαν, μα και δεν ξεπουλήθηκαν.   Δεν είχαν καμιά σχέση με τους άλλους… Οι  άλλοι… «Άνθρωποι χωρίς λεβεντιά… λιποτάχτες της ζωής… ονειρεύονται τα σάπια τους όνειρα. Άνθρωποι πάντα βιαστικοί… προφασιζόμενοι κάποιο μεγάλο σκοπό» (Μ. Αναγνωστάκης).
Θα τους δούμε και πάλι φέτος. Τα παιδιά του Πολυτεχνείου.  Στην πορεία. Μεσήλικες πια. Άνθρωποι απλοί σαν τα δέντρα μπροστά στην ήλιο,  καταδεκτικοί, με την αφοβιά εντυπωμένη στο πρόσωπό τους να δίνουν  το ακριβές στίγμα τους: «…είμαστε κάτι άνθρωποι έτσι απλοί/κάτι κεφάλια αγύριστα/που ποτέ δεν ξεμάθαμε ν’ αγαπάμε/όπως και συ, τη λευτεριά και την ειρήνη». Γιάννης Ρίτσος
Θα τους δούμε. Έχουν αφήσει πίσω τους χρόνια, πολλά χρόνια ήλιους βουνίσιους και θαλασσινούς, καμένα μεσημέρια από το λιοπύρ’ της σιχασιάς για τους «τυμβωρύχους» του Πολυτεχνείου και σβησμένα απογεύματα από τα κατακάθια της εκμετάλλευσης του αγώνα για μια λεύτερη ζωή γιομάτη περιεχόμενο και λευτεριά.  Θα δούμε στο κούτελό τους γραμμένο το επίγραμμα: «Όσοι έπεσαν στο χώρο ετούτο, εγείρονται/και προχωρούν στην ιστορία, κι ο λαός μαζί τους,/εκεί που σμίγουν φως και χώμα κι όνειρο,/εκεί που λευτεριά κι Ελλάδα είν’ ένα.» (Γιάννης Ρίτσος)
Θα τους δούμε. Τι κι αν πέρασαν τα χρόνια. Δεν απομακρύνθηκε ο ένας από τον άλλον. Παρέμειναν «ανθρώπινοι» με τις ιδιομορφίες τους και τα ιδιαίτερα προτερήματα και τα ελαττώματά τους. Δεν ισοπεδώθηκαν, αφού δεν παζάρεψαν τον αγώνα, στάθηκαν όρθιοι και όχι «ορθούμενοι» απέναντι στη λαίλαπα της ισοπεδωτικής «πολιτικής» κατεβασιάς που ευνούχισε αγώνες και οράματα. Κι ακόμη διδάσκουν: «κι αν όλα βυθίστηκαν/ στου χαμού την αγκάλη/ και στ’ αμέτρητα μνήματα/ η γενιά μας κλειστή,/ κάποια πλάση λαμπρότερη/ γρήγορα θα προβάλει,/ το τραγούδι π’ ανάθρεψαν τα σκοτάδια, να πει…». Α. Κώτσης
Έτσι, λοιπόν, δεν ξεχνιούνται ούτε παραμερίζονται τα μέτρα, η δυστυχία, το ιδεολογικό τραλαλά και το  πέρα-δώθε του πολιτικού μας στερεώματος. Το θυμικό είναι τρομαχτικό σε δύναμη και επιβολή και η επικοινωνιακή τυραννία παροδικές μόνο  νίκες μπορεί να πετύχει …
(Ένα μεγάλο κουνούπι ζουζουνίζει πάνω απ' τα κεφάλια μας:
Χουντική ανακοίνωση: «Η Αθήνα παρουσιάζει όψιν θλιβεράν...»)


Και οι υπόλοιποι οι κολαούζοι και τα υποπόδια, οι άνθρωποι που έκαναν αξίωμα το «έρποντας και γλύφοντας φτάνεις παντού», οι διαρκώς κωλοτουμπίζοντες και οι κεκράχτες του πολιτικού αμοραλισμού στο όνομα δήθεν του Πολυτεχνείου και στην υπόμνηση τάχα της παρηκμασμένης γενιάς του Πολυτεχνείου, χωρίς αιδώ, χωρίς τσίπα, χωρίς φιλότιμο συνεχίζοντας τις κυβιστήσεις, πολιτικές, νοητικές και προπάντων αξιοπρέπειας ό,τι και να τους πεις, ό,τι και αν τους ρωτήσεις, μια θα είναι η απάντησή τους.   
Όλα άδικα. Μνημόνια, κούρεμα, πετσόκομμα συντάξεων, απολύσεις, φόροι, γκρέμισμα κάθε κοινωνικής κατάκτησης αλλά είναι νόμος!!! Υπακούουμεν…
Άδικο το αμόκ φόρων επί των φτωχόσπιτων - αλλά νόμος!
Άδικος ο φόρος στο πετρέλαιο θέρμανσης - αλλά νόμος!
Άδικος ο κόσμος - αλλά νόμιμος!
Αδιανόητο να πεινάνε τα παιδάκια - αλλά πεινάνε!
Αδιανόητο να κλείνουν τα Κέντρα Υγείας - αλλά κλείνουν!
Αδιανόητο να αυτοκτονούν χιλιάδες άτομα - αλλά αυτοκτόνησαν!
Απάνθρωπο να κατακρεουργούνται τα κοινωνικά δικαιώματα – αλλά κατακρεουργήθηκαν προ πολλού!  
(Ναι, ήμουνα ΕΚΕΙ.
Κανείς δεν ήθελε να φύγει)


Κι άλλα, αλλά τι να κάνουμε …
Άδικο να αποπατούμε στα διδάγματα του Πολυτεχνείου:
«Δεν υπάρχει σκληρότερη τυραννία από εκείνη που διενεργείται κάτω από τη σκιά των νόμων και τα προσχήματα της Δικαιοσύνης».
• “Ο μόνος αληθινός νόμος είναι ο νόμος που οδηγεί στη λευτεριά. Άλλος νόμος δεν υπάρχει”
• «Ο σκλάβος δεν ερωτά, αν η αλυσίδα του θα είναι από σίδηρο ή από χρυσό».
Μη μας βάζεις δύσκολα.
«Aλλά, […], τι φταίω εγώ./Ζητώ ο ταλαίπωρος να μπαλωθώ./ Aς φρόντιζαν οι κραταιοί θεοί/να δημιουργήσουν έναν τέταρτο καλό./Μετά χαράς θα πήγαινα μ’ αυτόν. (Κ. Καβάφης)
Αγνοί, ατόφιοι λεβέντες και λεβέντισσες… Δεν μεμψιμοιρούν και δεν αγκομαχούν. Πάντα απλόχερα δίνουν τον οβολό τους:  
«Αυτά που χάθηκαν/αυτά που δεν ήρθαν/μην τα κλαις./ Αυτά που τα ‘χες/και δεν τα έδωσες/κλάφτα.»
Έστω και τώρα που….
Βοσκοί, στὴ μάντρα τῆς Πολιτείας οἱ λύκοι! Οἱ λύκοι!/Στῆς Πολιτείας τὴ μάντρα οἱ λύκοι! Παντοῦ εἶναι λύκοι!/ Ξανὰ στὰ Τάρταρα ἴσκιος, τοῦ ψάλτη λατρεία κ᾿ ἐσύ./Ψόφια ὅλη ἡ στάνη. Φέρτε νὰ πιοῦμε, κούφιο νταηλίκι,/γιὰ τὸ ἀποκάρωμα ποὺ μᾶς πρέπει, κι ὅποιο κρασί. Κ. Παλαμάς
Διαλαλούν, διδάσκουν και διαφωτίζουν και παροτρύνουν: «Μή γελαστεῖτε ἀπ’ τόν καημό σας καί σᾶς πάρει ὁ ὕπνος γιατί καινούργια σύννεφα πλακῶσαν τήν πατρίδα! Μαῦρα στριφτοπλεγμένα σύννεφα κρέμωνται σαν μολύβια πάνω ἀπ’ τά σπίτια μας, πάνω ἀπ’ τούς τάφους τῶν παιδιῶν μας!» Νικηφόρος Βρεττάκος
"Εδώ Πολυτεχνείο , εδώ Πολυτεχνείο . Σας μιλά ο ραδιοφωνικός σταθμός των ελεύθερων αγωνιζόμενων φοιτητών, των ελεύθερων αγωνιζόμενων Ελλήνων"... Κι όλοι πρέπει  να μάθουν πως
«Του δούλου είναι το πείσμα/Δυναμώτερο/κι απ’ του Θεού το θέλημα»   Κ. Παλαμάς 

Γι’ αυτό το αληθινό μήνυμα του Πολυτεχνείου  ένα είναι:

Κάποτε θ' ανταμώσουμε στους λόφους του ήλιου. Μην ξεχνάς. Περπάτα…

Τρίτη 8 Νοεμβρίου 2016

ΚΙΤΣΟΣ Ο ΑΘΑΜΑΝΑΣ

«Μπήκαν τα γίδια στο μαντρί»

(Φωτο Κώστας Μαυροπάνος)

Γράφει ο Κίτσος ο Αθαμάνας

Η φράση «μπήκαν τα γίδια στο μαντρί» κοινότυπη για τους βοσκούς, με την πάροδο του  χρόνου χρησιμοποιήθηκε πολλάκις μεταφορικά και εσχάτως-μπορώ να πω- ότι παραχρησιμοποιειται συνυποδηλωτικά είτε υπονοώντας  τους ψηφοφόρους (κομματικά μαντρωμένους) είτε παραλλάσσοντας την έννοια του Κοινοβουλίου με το μαντρί. Πολλές φορές, όμως, τα γίδια τα χρησιμοποιούμε και για να βρίσουμε κάποιον.  «Άντε μωρέ γίδι, γιδερό, γιδοβοσκέ, γιδοξούρ’ κλπ».
Επί του θέματος που εσχάτως ανέκυψε  τι σημαίνουν οι ύβρεις "γίδα" και "γίδια", που πολλές φορές εκστομούμε και από λαογραφικής απόψεως εξεταζόμενο το θέμα, μπορούμε να πούμε τα εξής: Η γίδα, ως γνωστόν, είναι το ευκίνητο μηρυκαστικό ζώο με χοντρά κέρατα, συγγενές με το πρόβατο, που ζει σε ορεινές περιοχές και εμφανίζεται εξημερωμένο σε πολλές κατοικίδιες ποικιλίες ως το θηλυκό του τράγου. Ως εκ τούτου απαιτούνται να αναλυθούν λαογραφικώς οι ακόλουθες λέξεις- όροι.
Κέρατο: Είναι ο παλιάνθρωπος, το καθίκι κλπ. «Κέρατο βερνικωμένο». Επίσης, κερατάς είναι ο σύζυγος που τον απατά η γυναίκα του.  Ανάλογα με την απάτη γίνεται κερατούκλης ή τάρανδος. Βαρύτατο είναι και το κέρατο το τράγιο. Ο θυμόσοφος λαός το είπε:« Να λυπάσαι τον καβαλάρ’ π’  τ’ κρέμουνται τα ποδάρια/και τον κερατά που του ‘μ’ναν τα παπάρια».

(Φωτο Κώστας Μαυροπάνος)
Ορεινές περιοχές: Το γεγονός ότι η γίδα ζει σε ορεινές περιοχές ουδόλως ταυτίζεται με το χώρο της βουλής.  Οι Ορεινοί ήταν κόμμα στη Γαλλία που δημιουργήθηκε κατά τη διάρκεια της Γαλλικής Επανάστασης το 1793 με επαναστατικές ιδεολογίες.( Εκτός και αν επανάσταση και αντεπανάσταση θεωρήσουμε το μνημόνιο και το αντιμνημόνιο). Πέρα από αυτά  στη Βουλή  «βουλεύονται», κατ’ άλλους «βολεύονται» και δεν μηρυκάζουν. Να πούμε ότι μηρυκασμός  είναι η στερεότυπη και ανιαρή επανάληψη των ίδιων λόγων, σκέψεων και  απόψεων. Συνεπώς δεν μπορούμε να ταυτίσουμε τη Βουλή με τις ορεινές περιοχές για όλα αυτά και για έναν ακόμα λόγο. Στη Βουλή δεν υπάρχουν πουρνάρια για να πούμε ότι μπορεί να ισχύει το αξίωμα: «Ό,τι έκαμι η γίδα στου πουρνάρ’ , κάν’ του πουρνάρ’ στ’ γίδα», (δηλ. πληρωμή «με το ίδιο το νόμισμα»: η γίδα τρώει το πουρνάρι, αλλά αυτό με τη σειρά του την εκδικείται, αφού το πουρνάρι δίνει στη βυρσοδεψία τα σχετικά υλικά της κατεργασίας του δέρματός της. Εκεί παίρνουν μέτρα προφύλαξής τους. Ισχύει η ασυλία.)
Τράγος: Η αρσενική γίδα με χαρακτηριστικό γένι.  Τράγος λέγεται και υβριστικώς ο παπάς, γιατί έχει γένι και θυμίζει τράγο.  «Λαθεύουν και οι παπαδιές και τρογκιούνται με τα τραγιά στο τραγότσιαλο». Να πούμε ακόμα πως γίδι είναι το νεογνό της γίδας, το κατσικάκι, ενώ ως ΓΙΔΙΑ ορίζονται το κοπάδι αποτελούμενο από γίδες και τράγους, ανεξαρτήτως ηλικίας. «Μπήκαν , μωρέ,  μπήκαν/τα γίδια στο μαντρί,/τα πρόβατα στη στρούγκα».

(Φωτο Κώστας Μαυροπάνος)

Πρέπει, για να έχουμε πλήρη και επιστημονική ανάλυση του θέματος,  να προσθέσουμε και την πληροφορία του ζευγαρώματος και της αναπαραγωγής των γιδιών. Οι κάτοχοι της γίδας  απευθύνονται  στους κατόχους των αρσενικών ζώων, των τραγιών, για το βάτεμα.  Ο τραγοκάτοχος παίρνει   τα «βατευτικά» ή τα  «μαρκαλίκια».  Έτσι λένε το αντίτιμο για το ζευγάρωμα των ζώων, και αν δεν «στήσει» δηλαδή δεν γκαστρωθεί το θηλυκό, το επαναζευγαρώνουν χωρίς πληρωμή. Αν  πάλι δεν γκαστρωθεί  ο κάτοχος του αρσενικού επιστρέφει τα βατευτικά ή μαρκαλίκια. Όσες ημέρες τα θηλυκά ζώα, είναι στο αρσενικό, ο ιδιοκτήτης του αρσενικού, είναι υπεύθυνος για την συντήρηση, αλλά και την ασφάλεια του θηλυκού ζώου. Όταν φθάσει εποχή του ζευγαρώματος, ο εκάστοτε ντελάλης  φωνάζει:
«Χωριανοί… ακούσατε, ακούσατε. Από μεθαύριο τη Δευτέρα αρχίζει ο μάρκαλος.  Όποιος έχει μαρτίνες να τις πάει στο τραΐ του τάδε… (όνομα ιδιοκτήτη αρσενικού), για φέτος, είκοσι φράγκα η ταρίφα, άμα δεν στήσει η γίδα δεν πλερώνει. Το τάγισμα, το πότισμα και φύλαγμα ανέξοδο…».
Αν οι γίδες μαρκαλίζονται με νταμάρια άσογα - όχι καλή ράτσα - και πρόκειται να γεννήσουν ζαρικάτσικα , λισβά , τα στρίβουν . Το στρίψιμο γίνεται με τ' αλάτι . Τα ταΐζουν δηλαδή αλάτι και παραδέχονται πως ο σπόρος που πήραν πάει στα πουφ. Για να ξαναγκαστρωθούν, πρέπει να μαρκαληθούνε και πάλι. Διώχνουν λοιπόν τα ζαρότραγα απ' το κοπάδι κι' αφήνουν τα σοϊλίτικα νταμάρια μ' αυτά να μαρκαλίζονται. Παραδέχονται επίσης πως άμα φάνε τα γκαστρωμένα χλωρόν καπνό, γυρίζουν, αν έχουν αρσενικό , αλλάζει και γίνεται θηλυκό .

(Ποιους θα δαγκώσει ο Αζόρ;)

Ως γίδι εννοούμε και το πρόσωπο που δεν έχει τρόπους, που είναι άξεστος και αγροίκος. Εξ’ ου το γιδερό, το γιδόπιασμα, το γιδοπέταγμα, γιδοξούρ’, γιδοξεπεταγμένο… γιδοκόπαδο, γιδομάντρι. Ιδιαίτερα τη λέξη γίδι τη χρησιμοποιούμε για να βρίσουμε μια  γυναίκα αναίσχυντη αναιδή, ανάγωγη, ελευθεριάζουσα.«Μωρή μουρλή, μωρή τρελή, μωρέ γίδι και βατεμένη/Που σε κάθε πλαϊά και ρεματιά μόνιμα είσαι πλαγιασμένη».
Συμπέρασμα:  Κατόπιν όλων αυτών  πρέπει να απαγορευθεί η ύβρις  «γίδα, γίδια». Πρέπει να καταφύγουμε στο φυτικό και όχι στο ζωικό βασίλειο. Θα πρότεινα τη λέξη βούρλα. Τα γίδια μας δίνουν το γαλατάκι και  αναπαράγονται. Τα βούρλα μόνο για καλάθια κάνουν. Ερώτημα: Μήπως η βλακεία μπαίνει σε καλάθι;

Τετάρτη 17 Φεβρουαρίου 2016

ΤΖΟΥΜΕΡΚΑ

Με την Τζουμερκιώτικη λαλιά Ο «Αδωνισμός» και το Τζουμέρκο…

http://sphotos-h.ak.fbcdn.net/hphotos-ak-snc6/255409_160177434120671_1792774592_n.jpg
Φωτο Κώστας Μαυροπάνος    (Ο Άγιος Γκούγιας περισκεπτόμενος…)
Γράφει ο Κίτσος ο Αθαμάνας
Ο Θεός είναι μεγάλος! Κοίταξε και κατά Τζουμέρκα μεριά. Ναι, σ’ αυτά τα παρατημένα πανταχόθεν Τζουμέρκα, ευρέθη η λύση της ανάπτυξης και της ευημερίας. Κατεβασιά το χρήμα. Ευρώ, δολάρια, μάρκα και όποιο νόμισμα ποθάει η ψυχούλα μας. Ανάπτυξη, κόσμος, ντουνιάς, ευημερία και προκοπή! Το Κακολάγκαδο θα μετατραπεί σε κέντρο εκμάθησης ποταμίσιου ΣΚΙ, τα βατσούνια και τα γκουρμπένια στην Αλωνίστρα θα τα πουλάμε για αφεψήματα, τα κούμπλα στους Μελισσουργούς θα τα φκιάχνουμε μαρμελάδα που θα πουλιέται στα Ξενοδοχεία «Υψηλών Διαγραφών» που οσονούπω θα κατασκευαστούν για να φιλοξενήσουν τους υψηλούς επισκέπτες και πάει λέγοντας.  
Μην ανησυχεί κανείς. Το πρώτο έργο θα είναι η αναστήλωση του γεφυριού της Πλάκας. Έχουμε λόγο και θα το κάνουμε. Είναι η υπόσχεση όλων των αρμοδίων. Θα γίν’ όπως ήταν. Δεν θέλουμε αντίγραφα, γιατί αυτά δεν εκπέμπουν συναίσθημα. Η γέφυρα ήταν το συναίσθημα, ο πόνος και ο καημός, η δημιουργία και ο πολιτισμός του Τζουμέρκου. Το εγγυήθηκαν, άλλωστε, και οι αρμόδιοι. (Τη λέξη μπέσα την αποδιώξαμε καθόσον δεν χρησιμοποιούμε ξένες και δή αλβανικές  λέξεις) . Εκεί να δείτε βαρκούλες πέρα δώθε, δώθε πέρα που θα αρμενίζουν και θα μας κουνάνε τα μαντίλια τους  όλοι «οι σωροβολιασμένοι», άρχοντες και αρχόμενοι έμπιστοι και «άπιστοι» κολαούζοι, αγνώμονες και αγνώτες που θέλουν τα Τζουμέρκα στην οπισθοδρόμηση και την αφάνεια.  
Μην απορεί κανείς. Επενδυτές με το κιλό. Τι κιλό. Με το φτυ΄ρ’. Τίγκα στο χρήμα. Ευλογημένος τόπος το Τζουμέρκο. «Δώσε και μένα μπάρμπα».Εκεί πάει η δουλειά.   
Κι όσοι δεν πιστεύουν, οι άπιστοι και  γκράδες ας διαβάσουν τη θεία προφητεία του άγιου Γκούγια. Ήρθε η ώρα να επαληθευτεί. 

«ΘΑ ΔΙΑΣΩΘΟΥΝ ΜΟΝΟΝ ΤΑ ΤΖΟΥΜΕΡΚΑ.
ΣΗΜΕΙΑ ΚΑΙ ΤΕΡΑΤΑ.

ΛΑΡΙΣΑ. 3. (Του ανταποκριτού μας).
“Ο χωρικός Απόστολος Γκούγιας εκ Δασοχωρίου ισχυρίζεται ότι ωμίλησε με το Άγιον Πνεύμα το οποίον του εδήλωσεν ότι εντός επτά ετών θα επέλθη ένωσις όλων των εθνών του κόσμου υπό την χριστιανικήν θρησκείαν. Εάν όμως κλονισθή η συμφιλίωσις αυτή τότε θα συντελεσθή η καταστροφή του Σύμπαντος και ότι μόνον εκ της Ελλάδος θα διασωθή η περιοχή Τζουμέρκων-Αγράφων. Ο Όλυμπος θα κρημνισθή και θα μεταβληθή εις καλλιεργουμένην έκτασιν. Επίσης ο χωρικός Γκούγιας είπεν ότι το Άγιον Πνέυμα του απεκάλυψεν ότι εις τον παράδεισον εισέρχεται εις τους 100 ένας οι δε υπόλοιποι 99 πηγαίνουν εις την κόλασιν .” Εφημ. ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ, Φύλλο: 4/2/1955, σελίδα: 6
Πιστοποιημένα πράγματα. Το είπε «ο άγιος συνομιλητής», εδώ και εξήντα χρόνια. Μόνο που δεν το διαφημίσαμε κατάλληλα. Θα είχαμε χοντροκονομήσει εκεί στα φτωχά Τζουμέρκα. Λάθος, μεγάλο λάθος.
Καταφύγια έχουμε πολλά και φυσικά. Γεμάτο μπιστούρες είναι τα Τζουμέρκα.
(Καλά μη μού πει κανείς ότι καλό είναι να είχαμε φιλοξενήσει και λίγο την πολιτική συνείδηση. Πάει αυτή πέταξε. Την πήρε όχι φυσικά ο άγιος Γκούγιας, αλλά ο άγιος καρνάβαλος που μεταμφιέζεται και εκπέμπει πολιτική συνείδηση. Χρόνια Πολλά…)
Το θέμα είναι άλλο. Πόσοι «άγιοι» εμφανίστηκαν και στις μέρες μας; Ιδού το ερώτημα. Κι αν κάποιος με κατηγορήσει ότι γράφω ακαταλαβίστικα, ασύνδετα νοήματα, γενικώς  σαχλαμάρες, ευπειθώς απαντώ:  Ίδιον των καιρών. Γιατί οι «εξουσιάζοντες και οι εξουσιαστές δεν είπανε, δεν λένε και δεν θα πουν τόσες κι άλλες τόσες λεκτικές παπαρδέλες; Ο «άγιος» Γκούγιας ωχριά μπροστά τους. Αυτός, νόμιζε πως επικοινωνεί με τον Θεό. Σήμερα νομίζουμε ότι επικοινωνούμε με την πολιτική, με τη συνείδηση και οι ειδήμονες αφουγκράζονται πανταχόθεν τα προβλήματα του λαού, γι’ αυτό βαράνε στο Δόξα Πατρί. Συντάξεις, Βοηθήματα, Επιδόματα και  Περίθαλψη «τα πήρε το ποτάμι, τα πήρε ο ποταμός», καταβυθίστηκαν, σωροβολιάστηκαν, κατακρημνίστηκαν, όπως και το γεφύρι της Πλάκας.
Δεν ξέρουμε, αν ο άγιος Γκούγιας έφερε και ιερατικό σχήμα για να του παραγγείλουμε να κάνει και κανένα αγιασμό. Γέμισε ο τόπος….
Υπό τις παρούσες συνθήκες , δεν ξέρω γιατί άλλη παραγγελιά μού ‘ρχεται στο μυαλό:
Παρήγγειλα στο γάμο σου τα πιο όμορφα λουλούδια /παρήγγειλα να παίξουνε τα πιο όμορφα τραγούδια/παρήγγειλα στους φίλους μου στην εκκλησιά να ‘ρθουνε/ αν του κρατάς το χέρι του να έρθουν να μου πούνε.
Η αλήθεια, η εντιμότητα και ο «ψεκασμός» της πολιτικής ζωής…
Aδωνίζoυν κύριε Διευθυντά, Αδωνίζουν όλο και περισσότερο…  Αληθινή Διαχρονία…

«Προγόνους πάρε, απογόνους, δαιμόνους/όλα της Ιστορίας τα συναξάρια,/ όλους του Ελληνισμού τους φανφαρόνους,/τους σοφούς, των πολέμων τα λιοντάρια[…]/ κέρνα, ρούφα, ξαφάντωνε, και ξέρνα». Κ. Παλαμάς

romiazirou.blogspot.gr