Κυριακή, 20 Μαΐου 2018

ΚΑΝΕΛΛΗ

Αντοχή και Τσίπα
Η ελληνική κοινωνία, ευδιάκριτα πια, και ενίοτε και κραυγαλέα, δείχνει ότι έφτασε στα όρια της συνοχής της. Κι ενώ μοιάζει να έχουμε ήδη περάσει σε μια μακρά προεκλογική περίοδο, που παραμένει μακρά είτε είναι διαρκείας μερικών μηνών είτε ξεπεράσει το χρόνο, ακριβώς λόγω των ορίων αντοχής που εξαντλούνται, η κοινωνία κάμπτεται στο επίπεδο των αξιακών πυλώνων της.
Πέρα και ανεξάρτητα από αυτό που ονομάζουμε απλουστευτικά κρίση, σ' έναν τόπο που 'χει γνωρίσει εμφύλιο, χούντες, πείνα και κατοχή, υπάρχουν δύο, ας πούμε, «σημεία» της κοινωνίας που έμεναν έως τώρα άθικτα, ηθικά και έμπρακτα. Αυτό που θα λέγαμε κοινωνικές ζώνες στις οποίες και η παραμικρή μορφή της βίας γεννούσε, αυτόματα, καθολικό αποτροπιασμό. Αυτά ήταν τα παιδιά και οι γέροι. Προσοχή, όχι οι νέοι και οι ηλικιωμένοι, που εσχάτως χρησιμοποιούνται ως όροι στη θέση των παραπάνω για να ελαφρύνουν ένα αίσθημα ενοχής.
Εξ ορισμού τα παιδιά και οι γέροι ενέπνεαν ανέκαθεν αίσθημα καθήκοντος προστασίας ως αναγνώριση της φυσικής αδυναμίας που συνεπάγονται. Κι όμως, αν ρίξουμε μια ματιά γύρω μας, λίγο μακρύτερα από το τυχόν τυχαίο κι επαναλαμβανόμενο φαινόμενο μάνες να πνίγουν τα νεογέννητα παιδιά τους και γέροι να αλληλοσκοτώνονται λόγω έλλειψης επαρκούς ιατρικής περίθαλψης και βυθισμένοι στη φτώχεια και την πείνα, είναι η στάση μας απέναντι σ' αυτά τα γεγονότα που δείχνει κουρέλιασμα του κοινωνικού ιστού πάνω στον πανικό της επιβίωσης.
Πριν από μερικά χρόνια, δηλαδή, δε θα έβρισκες ούτε έναν να σου πει ατάραχος και ψύχραιμα πως καταλαβαίνει «μια νέα κοπέλα που θέλει να ζήσει τη ζωή της...», ή κάτι παρόμοιο. Δεν είναι πολύς καιρός που δε θα υπήρχε άνθρωπος να βρίσκει «φυσικό» ένας υπέργηρος να σκοτώνει τη συμβία του, έστω από άνοια, και να μην την λυπάται κανείς ως αθώο θύμα μιας ζωής που άντεξε, αλλά δεν τη σχεδίασε έτσι.
Η κοινωνική συνοχή απειλείται και μετατρέπεται και σε πολιτικά ανάλγητη και ανάπηρη, γίνεται ευάλωτη στο ναζιστικό δηλητήριο όταν συνηθίζει, έστω και φραστικά, έστω και θεωρητικά, στην ιδέα ότι επιτρέπεται να ξεφορτώνεται το αδύναμο μέλος της. Είναι ένας κοινωνικός και ηθικός αυτοακρωτηριασμός, μια υποταγή στο ιδεολόγημα που πλασάρει ο καπιταλισμός σε κρίση «να μείνουμε λιγότεροι για να περνάμε καλύτερα».
Μοιάζει υπερβολική η τοποθέτηση, αλλά μπροστά στο θηρίο δεν είναι υπερβολικό το να διακρίνεις το λιοντάρι από τα νύχια του. Η κάμψη των ανακλαστικών στο αποτρόπαιο, που είναι ο βίαιος θάνατος βρέφους, παιδιού ή γέρου, οπλίζει πάντα το χέρι του φονιά, του κτήνους που εύκολα λέμε ότι ο καθένας κρύβει μέσα του, αλλά πολύ δύσκολα και με πολλή πολιτική και πολιτισμική δουλειά και κόπους παλεύουμε για να εξαρθούμε στο επίπεδο του ανθρωπισμού. Συναντώ όλο και περισσότερους ανθρώπους που μπαίνουν ευκολότερα στη θέση του θύτη, απ' ό,τι του θύματος, σε οποιαδήποτε εξόφθαλμη «αδικία», κι όταν τους ρωτώ γιατί ενσωματώθηκαν τόσο εύκολα στην άθλια υποκειμενική πολιτική των ίσων αποστάσεων που οδηγεί στην εξομοίωση θύματος και θύτη, οι περισσότεροι απαντούν ότι δεν το κατάλαβαν. Κι εδώ είναι που αρχίζουν τα δύσκολα. Παλαιστινιακό, συνταξιούχοι, ξεβρασμένα πτώματα παιδιών, όλα μπαίνουν σ' ένα μπλέντερ, έναν αποχυμωτή της πολυθρύλητης κοινωνικής ευαισθησίας. Τα όρια καταλύονται όταν χαθεί όχι απλώς η κριτική ικανότητα, αλλά η τσίπα. Μπορεί και πρέπει να κάνουμε πολλά, έστω στο παρά πέντε, αλλά μου βγαίνει αναγκαίο να αναζητήσω απ' την αρχή αυτούς κι αυτές που αντέχουν ακόμα να ντρέπονται.

Της
Λιάνας ΚΑΝΕΛΛΗ
ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ 19-5-2018