Κυριακή, 15 Ιανουαρίου 2017

ΑΦΙΕΡΩΜΕΝΟ ΣΤΟΝ ΣΥΝΤΡΟΦΟ ΜΟΥ

Νερόμυλοι - Μυλόσπιτα


Νερόμυλοι - Μυλόσπιτα
Αλλο ένα ταξίδι σήμερα στην τοπική μνήμη, να ξεσηκώσουμε λίγο από τη λήθη παλιοκαιρίτικους νερόμυλους. Να πάμε πίσω, γυρνώντας τους δείκτες του ρολογιού σε πέτρινους χρόνους. Τότε που η πατρίδα μας μάτωνε και πονούσε περισσότερο από σήμερα. Να μας σιγο-ψυθιρίσουν λίγη ιστορία, επαναφέροντας στο μυαλό μας ανατυπωμένες εικόνες.
Ακολουθώντας στενά μονοπάτια και κλεισμένους από τα αγριόδενδρα δρόμους, μπορούμε και στον τόπο μας να τους βρούμε κρυμμένους σαν φαντάσματα μισογκρεμισμένους και εγκαταλειμμένους από κάθε ανθρώπινη φροντίδα. Δεν άντεξαν οι τοίχοι το βάρος του χρόνου. Λίγοι, δυστυχώς, απ’ αυτούς στέκουν ακόμη όρθιοι, σαν ιερά μνημόνια πολιτιστικής κληρονομιάς. Κατάφεραν να φτάσουν στις μέρες μας, μέσα σε ρέματα αγριεμένα και πυκνοδασωμένα. Κατασκευές χαμηλές, πέτρινες και αναγκαίες ακόμη και ως μυλόσπιτα.
Επισκεπτόμαστε έναν απ’ αυτούς και περνάμε στο εσωτερικό του. Στοιχειωμένος με πολλά σημάδια που αφήσανε από την χρήση οι άνθρωποι ή που λεηλατήσανε στο διάβα του χρόνου. Ανθρώπινες χαρές και λύπες μιας άλλης καθημερινότητας κρύβονται σαν φαντάσματα ανάμεσα στους γκρεμισμένους τοίχους του. Κρατιόμαστε από ένα μεγάλο καρφί μπηγμένο στον ξερότοιχο, ανάμνηση αυτοσχέδιας κρεμάστρας. Έχουμε μπροστά μας την εικόνα τους. Την κάνουμε δάκρυ και νοσταλγία, συλλογή και χείμαρρο συναισθημάτων. Από εκεί μέσα πέρασαν οι προπαππούδες μας και οι προγιαγιάδες μας. Εκεί χώρεσαν οι ζωές τους. Ζωές που το σεργιάνι τους στον κόσμο ήταν... «μόνο λίγα μέτρα γης», που έτσι τους έταξε η μοίρα.
Μια θαμπή λάμπα πετρελαίου σιγόκαιγε με ενοχή και τρέμουλο τα βράδια της πολλής δουλειάς ή της λιγοστής ξεκούρασης. Μια μικρή παραθύρα όλη κι όλη, που άφηνε τη μέρα λίγο φώς να ζεσταίνει με χρώματα το μόνιμα ανήλιο εργαστήρι. Το χτύπημα του νερού από ψηλά να κατευθύνεται στην μυλόπετρα, ένα ακουστικό μεγαλείο! Ευαίσθητοι μυλωνάδες, αλλά και σκληροτράχηλοι. Εχέμυθοι εξομολογητές, αλλά και σε αβάσταχτη μοναξιά. Το χαμόγελο πάντα στο σκαμμένο πρόσωπό τους, σαν καθαρό γιορτινό ρούχο. Κέρδος το αλεστικό και λίγο κλέψιμο στο ζύγι... Το αλεύρι που παρέδιναν, αντίδωρο και μέσον επιβίωσης. Έτσι μεγαλώσανε εκείνοι, έτσι πληθύναμε εμείς. Μια ευλογημένη σοδειά, κατάκτηση ζωής.
Μαρτυρίες που φτάνουν στις μέρες μας λένε ότι φτώχεια δεν υπήρχε, γιατί ο πλούτος δεν υπήρχε δίπλα τους. Όλοι στο λίγο, το αναγκαίο και στη χαρά του ελάχιστου. Ανθρωπιά, απλότητα, μπέσα, μεντάτι, εσωτερική γαλήνη, μεγάλη φαμίλια. Αυτά ήταν ο πλούτος τους.
Μέσα σ’ αυτή την έκρηξη των αισθήσεων, πάμε να συναντήσουμε τώρα, στο Κρυονέρι, τον τελευταίο ενεργό μυλωνά στον τόπο μας, επιζώντα της μεταβιομηχανικής εποχής και του υπάνθρωπου, δήθεν, ευδαιμονισμού. Περασμένα ενενήντα ο μπάρμπα Κώστας, κρατά ακόμη με τα δόντια τον αλευρόμυλό του. Μια αμήχανη συνάντηση από μεριάς μας. Μετά την καλόκαρδη καλημέρα, ήλθε η πρώτη ερώτηση.
-Πώς τα καταφέρνετε ακόμη εδώ;
Η απάντηση: -Μας μάρανε η ανάπτυξη και η πρόοδος. Έχει ψυχή ο μύλος μου. Έδωσα άνισες μάχες αλλά τον κράτησα. Υπερήφανος, ακούραστος, αγέρωχος, φιλότιμος, απλός σαν την αλήθεια ο συνομιλητής μας. Χονδρό το άλεσμα, ψιλό το άλεσμα. Σταρένιο ή καλαμποκίσιο. Οι σταράτες κουβέντες του και το καθαρό του βλέμμα, παρέλαση ομορφιάς και σοφίας.
-Πώς, μπάρμπα Κώστα, ξορκίζατε την μοναξιά σας χρόνους καιρούς;
- Καμιά κουβεντούλα με τους αγωγιάτες ή όσους έφερναν τα αλέσματα, κάνα τραγουδάκι, λυπητερό συνήθως, και το αγαπημένο μας τσιπουράκι. Εκεί που η κουβέντα άναψε μαζί του, πήρε το βιολάκι του, που δεν το αποχωρίζεται ποτέ. Μας μάγεψε με την τέχνη του και τον μουσικό του οίστρο. Εδώ δεν μιλάνε τα λόγια. Μιλάνε οι ψυχές!
Ήταν όλα αυτά σήμερα, μια μικρή παρέμβαση στη λήθη του χρόνου. Αιχμαλωτίσαμε για λίγο, με τον μονάκριβο φακό της φαντασίας μας, την παλιά Ελλάδα. Η εξέλιξη με τους μηχανικούς μύλους σήμανε αμετάκλητα την ώρα του τέλους των νερόμυλων. Tι κι αν κάποιοι πείσμωνες ακόμη αντιστέκονται; Χάθηκαν οι μύλοι, χάθηκαν οι νεράιδες κι οι θρύλοι!
ΤΑΧΥΔΡΟΜΟΣ ΑΡΤΑΣ