Κυριακή, 16 Οκτωβρίου 2016

ΚΑΚΟΥΛΙΔΗΣ

Σε ποιον ανήκω;
1. Επιπόλαιες εικασίες, κουτσομπολιά και νευρώσεις πολυτελείας ήταν τα σημεία που κυριάρχησαν στη συζήτηση για τη διαφθορά στη Βουλή, εν μέσω φοβερών κλυδωνισμών και της μεγάλης αγωνίας του κόσμου. Το Κόμμα, μέσω του Γενικού Γραμματέα, εκφράστηκε με σφοδρή επίθεση, που είχε σαν άξονά της την ποίηση. Ενα ποίημα του Κώστα Βάρναλη ξεπέρασε τα όρια του κοινοβουλίου και σαγήνευσε με ιδιαίτερα τραχύ τρόπο, έγινε αμέσως ευπρόσδεκτο και διέλυσε τη φιλαυτία των δύο αστικών κομμάτων.
2. Κατανοώ όσο μπορώ, κι ας μη συμφωνώ, τον πολίτη που η σκληρή και αμείλικτη καθημερινότητα τον κάνει να θέσει το ερώτημα: «Σε ποιον ανήκω;». Δεν πρόκειται για θεολογικό ερώτημα, αλλά για ένα γενικότερο, πιο προσωπικό, που εκφράζει αγανάκτηση, γιατί ο πολίτης καταλαβαίνει πως δεν ανήκει ούτε στον εαυτό του. Αλλά σε ποιον ανήκει; Σ' ένα περιβάλλον που το έχουν διαμορφώσει άνθρωποι με τεράστιες περιουσίες; Σε μια δημοκρατία που βρίσκεται σε κατάσταση μόνιμης ανάρρωσης; Σ' ένα πλέγμα κατασκευασμένων ενοχών που του έχουν εμφυσήσει και καθιστούν την υποταγή του συνήθεια; Ο πολίτης που θέτει αυτό το ερώτημα οφείλει να το απαντήσει μετατρέποντας την οργή του σε δημιουργία. Αρκετά δείξαμε τους άλλους για ό,τι μας έχει συμβεί. Καιρός να εξετάσουμε κι εμάς τους ίδιους. Αν ο πολίτης αγαπά την αληθινή ζωή και δεν επιθυμεί να την υποβιβάσει σε νεκρή ανάμνηση, ας αγωνιστεί με όλες του τις δυνάμεις ενάντια στην κυρίαρχη αθλιότητα.
3. Πώς φτάσαμε σε τέτοια ηθική και πνευματική κατάπτωση; Βεβαίως με ευθύνη δική μας, αλλά πρωτίστως με την αδιαφορία των πνευματικών λεγομένων ανθρώπων. Τα λογοτεχνίζοντα παπαγαλάκια του καθεστώτος φροντίζουν να μιλάνε για μια ιδανική πραγματικότητα. Δεν καταλαβαίνουν, όπως γράφει ο Μορίς Μπλανσό, πως «όσο η κοινωνία σπαράσσεται, η λογοτεχνία θα σπαράσσεται κι αυτή». Κανείς δεν μπορεί, όσα μέσα κι αν έχει, να κρύψει την αδυσώπητη περιφρόνηση των πολιτών απέναντι σε όλα τα αστικά κόμματα. «Το κεφάλαιο», γράφει ο «ποιητής» Μαρξ, «τρέμει την απουσία του κέρδους. Οταν οσμίζεται ένα σημαντικό όφελος, γίνεται παράτολμο: με κέρδος 20 % ενθουσιάζεται, με 50 % αποθρασύνεται και με 100 % δεν διστάζει μπροστά σε κανένα έγκλημα!».
4. Παρακολουθούσα σε ένα καφέ μια συζήτηση μεταξύ γνωστών παγονιών της δημοσιογραφίας. Αφού εγκωμίασαν αρκούντως τα αφεντικά τους για να «μαρκάρουν» σαν τα σκυλιά τις θέσεις τους, άρχισαν να μιλούν για τις επιδόσεις τους στη λογοτεχνία. Ακούγοντάς τους, η μνήμη μου, που πάντα με βασανίζει, πήγε στον αλησμόνητο Κωστή Παπαγιώργη και στο βιβλίο του «Ντοστογέφσκι» (εκδόσεις «Καστανιώτη»). Εγραφε ο αείμνηστος: «Οξύτατα ήταν τα βιοποριστικά του προβλήματα. Εγραφε για να ζήσει και γράφοντας δεν έπαυε να προσδοκεί "την κλίμακα" με την οποία θα έβγαινε από τον ρηχό κόσμο των επιρροών και της δηλητηριασμένης καχυποψίας... Με αφορμή τα αιώνια χρέη του, γράφει στον Κραγέφσκι: "Πείτε μου, σας παρακαλώ, Αντρέα Αλεξέγεβιτς, στα τέσσερα χρόνια που δουλεύω για σας, παρατηρήσατε μήπως ότι αδυνατώ να ξοφλήσω το χρέος μου εξαιτίας του δανειστικού συστήματος που ακολουθείτε; Εργάστηκα σαν άλογο, με εξουθένωσαν, γιατί επί επτά χρόνια τα χρέη με έκαναν ευερέθιστο, και τώρα πρέπει να κάνω συμπληρωματική δουλειά, δηλαδή να γράψω κάποιο διήγημα για άλλο περιοδικό"». Δίπλα μου τα παγόνια συνεχίζουν να μιλούν, κυρίως για τις σαπουνόφουσκες που τυπώνουν σε σχήμα βιβλίου.

Του
Γιώργου ΚΑΚΟΥΛΙΔΗ
ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ 16-10-2016